Ήλιος σήμερα.  Σαν να φάνηκε το καλοκαίρι. Bόλτες και νόθα χαμόγελα. Aπο παλιά η ίδια ιστορία. Φραπές και εθνική κυριαρχία. Πολύ κυρίλα ρε παιδί μου. Aπό παλιά απορούσα που τα βρίσκουν τα λεφτά. Για την ημέρα της αποταμίευσης μας μιλούσαν στα σχολικά μας χρόνια. Πως να ξεχάσεις τις ώρες που κοιτούσες από το παράθυρο το δρόμο; Mετά τον κοιτούσες από την σκοπιά. Το βλέμα απέδρασε από τον πολιτισμό των στρατοπέδων. Από τα γυαλιά ντεγκραντέ απέτυχε να αποδράσει. Από όπου και να το πιάσεις δεν βγάζεις άκρη. Κάποτε προσπάθησα να κάνω τον εσωτερικό μονόλογο να σταματήσει. Που να ήξερα ότι απλά θα συνέχιζε με άλλη θεματολογία. Κανείς δεν γεννήθηκε γκουρού. Ευτυχώς. Ο πλανήτης δεν αντέχει για πολύ να σηκώνει τόσο «πνεύμα». Με πιάνω στα πράσα να θυμάμαι όλο και περισσότερα. «Μεγαλώσαμε και οι επιθυμίες μας έγιναν ανάγκες». Αξέχαστη διαφήμηση από τα χρόνια της χολέρας. Υπερβολές δεν είναι. Ο φασισμός έχει πολλά προσωπεία, γιατί η χολέρα να μείνει πίσω; Το τρένο της νεοτερικότητας το έχασα πολλές φορές. Κοίταζα μήπως και αλλάξω τον κόσμο. Ο κόσμος άλλαζε εμένα και ο Χάξλευ γελούσε σε ένα παράλληλο κόσμο. Ταξική συνείδηση πουθενά, τάξεις παντού. Μας έβαζαν να χτυπάμε «μαιμού» φραπέ. Δεν έπρεπε να κάθονται στον ναό του νυφοπάζαρου Αλβανοί και «γύφτοι». Ενδιαφέρον είχε το γεγονός πως  οι πελάτες όντως έφευγαν αν έβλεπαν κάποιον «άλλο». Αν οι αποκλεισμοί ήταν καθημερινότητα τότε το μαγαζί ήταν εξασφαλισμένο. Τα νυφοπάζαρα είναι στεγανά. Δεν επιτρέπονται αποκλίσεις. Νέος ωραίος με ολίγα φραγκάκια, ψάχνεται, για νέα, ωραία, μόνη με καλή αίσθηση της μόδας και εξευρωπαισμένη αντίληψη για το κουτσομπολιό.

Ούτε και ΙΚΑ ζήτησα ποτέ. Στον κόσμο των «καλών» είμαστε όλοι άδειοι. Στον κόσμο των καφετεριών είμαστε όλοι φίλοι. Μέχρις αποδείξεως του εναντίον. Όχι ότι μπόρεσα να δουλέψω και πολύ. Περισσότερο μας έπαιρνε η μπάλα. Γεμάτες νύχτες. Μπούχτισαν οι εγκέφαλοι και «γέμισε ο κόσμος από πρώην». Τον θυμάμαι και εκείνον το φίλο που το έλεγε. Η Αυστραλία είναι μια κάποια λύσης. Και η Αθήνα. Πνιγηρός ο αέρας της εξοχής στην επαρχία. Χαμηλά επίπεδα οξυγόνου με υψηλά επίπεδα δεικτών στο χρηματιστήριο. Μια δεκαετία νεκρή και περιμένοντας το ευρώ. Μεγάλη αγαλλίαση η έλευση του επόμενου καλοπληρωμένου αλλαζοδίσκου. θα μπορούσε να πει κανείς, πως ότι δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει «σύστημα» αλλά όπως και να ‘χει δεν το είχα ποτέ με τα «πι-αρ». 104 Α.Κ ΜΜΠ. Μεγάλες δόξες. Ακόμα βλέπω εφιάλτες πως παρουσιάζομαι για δεύτερη φορά. Πιο παλιά αυτό, όταν ο εσωτερικός εχθρός ήταν το πολύχρωμο πλήθος. Βέβαια εκτός από την Ασφάλεια και τον πόλεμο ενάντια στα χρώματα και τους κύκλους, υπήρχαν τα αφεντικά της νύχτας. «Έλα να φέρουμε έναν καλεσμένο, να ακούσετε τη μουσική σας να ανέβει και το μαγαζί.» Ενσωμάτωση δια του σοδομισμού. Εμείς βάλαμε τη μουσικη στο κώλο μας και αυτοί τα λεφτα σε διάσημα στρίνγκ. Τουλάχιστον ζήσαμε τον επιθανάτιο ρόγχο μιας κουλτούρας. Κάτι είναι και αυτό. Άλλοι πληρώνουν για να τα δουν αυτά. Η συλλογικότητα δολοφονήθηκε εν τη γέννεση της. Φροντίσαμε να την πνίξουμε ο καθένας με τόνους «αληθινής» φιλίας. Τα ανθρώπινα μαγνητόφωνα, μόνο από αναπαραγωγή ξέραμε τότε. Που μυαλό για back-up. Δυστυχώς όταν ήρθαν οι σκληροί δίσκοι έμειναν μόνο ταινίες, βίντεο και φωτογραφίες. Και μουσική ευτυχώς. πολλή μουσική. Αλλά η μνήμη επιμένει. Στις ανοιξιάτικες μέρες που έμεινες μόνος. Στις παρέες που μίσησες να σε αγαπούν. Που αγαπήσατε να σας μισούν οι απέξω. Στα στενά πεζοδρόμια που δεν χώραγαν οι αμφιβολίες σου και παραμέρισες να περάσουν οι αρραβωνιαστικιές με τα ψώνια. Στις πόρτες με τους φουσκωτούς. Στις ταμπέλες των εκπτώσεων και στα «τζάμπα» σφηνάκια τρίτης διαλογής. Στους δρόμους που οδηγούσε κάποιος άλλος και έβλεπες τα φώτα να περνούν. Στο πρώτο φως που είδες την αυγή ιδρωμένος αγκαλιά με τους κολλητούς να παριστάνετε τους ευτυχισμένους. Στις Κυριακές, ξημέρωμα, στη Θεσσαλονίκη με μουντό ουρανό και τον Τσιτσάνη εκτός πραγματικότητας. Κέρδος. Χαίρε Καίσαρα οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν. Τι ωραία που ειναι η ζωή. Μάνα δεν έχω λεφτά. Χωρίζουμε. Θα ήθελα να είμαστε κάπου αλλού. Να έρθει το καλοκαίρι να τελειώνουμε. Βαρέθηκα. Δε βαριέσαι;  Ήταν βαρετά. Στον κόσμο των καλομαθημένων είμαστε όλοι βαρετοί. Γύρισα από Θιβέτ. Φεύγω για Γκόα. Ανεβήκαμε Βασιλίτσα. Γυρίσαμε από Sasha. Ωραία ήταν αλλά βαρεθήκαμε. Βαρεμάρα. Το γενικό ανάλογο στην ελεύθερη αγορά των τεχνολογιών απόλαυσης.

Κενό. Γέμισε μόνο στην αρχή. Στις αποθήκες και τα υπόγεια. Χωρίς φραπέδες, χωρίς αφεντικά της νύχτας, χωρίς γαμπρούς και ψώνια. Ενδιαφέρον. Όσο αφαιρώ ανθρώπους τόσο γεμίζει το κενό.

Στον κόσμο των ανθρώπων είμαστε όλοι ξένοι. Είχε προσφορά τα εισιτήρια. Αναχωρήσαμε σε παρέες. Η επιστροφή μόνο ατομικά πλέον. Δε βαριέσαι. Μια δουλειά να έχεις και να περνάς καλά…. τότε.

Τώρα στο κόσμο των αφεντικών είμαστε μόνο ξένοι. Επαλήθευση.

Και όμως όταν μαζευόμαστε ξανά, από καιρό σε καιρό, αισθάνομαι ότι είμαστε για πάντα νέοι. Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν ακόμα χορεύουμε στο 1993 δείχνοντας το δάχτυλο στη Θάτσερ και τον Μέιτζορ, στον Σαμαρά, τον Μητσοτάκη και τον Ευαγγελάτο, στον συμμαθητή που έγινε μπάτσος. Στους πορτιέρηδες και τα ψώνια. Αντίφαση εκτός φάσης. Για πάντα νέοι.

Ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι που πεθαίνει. Yeah!

 risinggalaxy

Advertisements

2 responses »

  1. […] το άρθρο εδώ! 38.959941 20.750140 Rate this: Share this:TwitterFacebookLike this:LikeBe the first to like this […]

  2. Ο/Η Δικηγόροι Πρέβεζας & συνεργάτες λέει:

    Από τα καλύτερά σου κείμενα, αγαπητέ RisingGalaxy!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s