Αναδημοσίευση από το blog   ENFANT DE LA RAGE :

***

Ο τελευταίος μοντερνιστής ή ένας από τους πρωτοπόρους του μεταμοντέρνου, ο Beckett συγκαταλέγεται στους κορυφαίους και πιο πολυσυζητημένους λογοτέχνες του 20ού αιώνα. Στο επίκεντρο της δημιουργικής του περιπέτειας βρίσκεται η εικόνα του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος, έχοντας βιώσει την κατάρρευση των πολιτισμικών αξιών που στήριζαν τον δυτικό κόσμο, αποπειράται να τις επαναδιαπραγματευτεί καταφεύγοντας στο μοναδικό πεδίο στο οποίο είναι εγγεγραμμένες, στο λόγο. Ο Beckett διδάσκει πως η σύνθεση των λέξεων και των εικόνων, στην πιο απλοποιημένη τους μορφή, περικλείουν όλη την ουσία του κόσμου. Δεν υπάρχει πιο απλός τρόπος για να εκφράσει κανείς τη σκληροτράχηλη καθημερινή πραγματικότητα που υπάρχει ανάμεσά μας, από το να σου πει πως στο κανάλι της επιβίωσης σέρνεται ο άνθρωπος με τα γόνατα… Δεν υπάρχει πιο παραστατικός τρόπος για να δηλώσει κάποιος πως η συνήθεια, το γήρας και η μοναξιά, μας βαλτώνουν, πως ο συμβατικός χρόνος είναι ένας περίπατος σε κινούμενη άμμο, από το να το αναπαραστήσει μέσα από μία εικόνα ενός ανθρώπου που βρίσκεται εγκλωβισμένος ως τη μέση μέσα σ’ ένα λόφο!

Στα έργα του, ο Beckett αρνείται συνειδητά την πλοκή, ακόμη πιο ολοκληρωτικά από τους υπόλοιπους συγγραφείς του θεάτρου του παραλόγου. Αντί μιας γραμμικής εξέλιξης, παρουσιάζει τη διείσδυσή του στην ανθρώπινη ύπαρξη με μια μέθοδο που ουσιαστικά είναι πολυφωνική, ακόμη κι αν αυτή επικεντρώνεται στις σιωπές. Αντιμετωπίζει την κοινωνία μέσα από μια οργανωμένη κατασκευή από δηλώσεις και εικόνες, οι οποίες συνάδουν στο αποτέλεσμα του καλλιτεχνικού βλέμματος, όταν αυτό “ατενίζει” τα πράγματα κι όχι όταν τα “κοιτάζει”. Το να αντιλαμβάνεται κάποιος την πληρότητα μέσα από ένα χώρο γεμάτο, είναι σαν να εμποδίζει τις ιδέες και τα νοήματα να εισχωρήσουν μέσα σ’ αυτό, ηθελημένα αποτρέπει το να επέμβει πάνω τους ένας ηθικός εξαγνισμός.

Ο Beckett θέλησε τέλος να αγκαλιάσει το θέατρο όχι σαν μέσο στο οποίο ένα ήδη σχηματισμένο έργο βρίσκει την εναργή έκφρασή του, αλλά ως το βασικό μέσο από το οποίο το θέατρο πραγματώνεται.

Ευτυχισμένες Μέρες

Οι Ευτυχισμένες Μέρες  είναι ένα θεατρικό έργο σε δύο πράξεις, γραμμένο στα αγγλικά, από τον S. Beckett. Ξεκίνησε να γράφει το έργο τον Οκτώβρη του 1960 και το ολοκλήρωσε το Μάιο του 1961. Σε μια στιγμή έμπνευσης, ο Beckett δανείστηκε για το έργο του τον τίτλο Oh les beaux jours, από ένα ποίημα του Βερλαίν. Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στη Ν.Υόρκη το Σεπτέμβριο του 1961 , ενώ ένα χρόνο μετά πραγματοποιήθηκε η αντίστοιχη παραγωγή και στο Λονδίνο.

Οι ήρωες του έργου είναι η Γουίνι και ο Γουίλι. Η Γουίνι, η βασική ηρωίδα του έργου, βυθισμένη ως τη μέση στο κέντρο ενός λόφου από ξερό χώμα, ξυπνάει και ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τη μέρα της. Παρά τον εύθυμο χαρακτήρα της και τη φιλαρέσκειά της, η Γουίνι, γνωρίζει απόλυτα τα όριά της και τις ήττες της ζωής της. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει το κάθε σήμερα και το κάθε αύριο, είναι, όπως λέει και η ίδια «…άγρια γελώντας μέσα στον πιο σκληρό πόνο».Θα μπορούσε κάποιος να την χαρακτηρίσει αιώνια αισιόδοξη, με έναν τραγικό όμως τρόπο, αφού τα αποθέματα αισιοδοξίας της έχουν πλέον σωθεί και η ίδια πρέπει συνεχώς να προσπαθεί για να διατηρήσει ψήγματα τους. Η απόλυτη πραγματικότητα του εγκλωβισμού που βρίσκεται, δεν της επιτρέπει να φύγει, να μετακινηθεί, να «πετάξει», την κρατά άρρηκτα και ασφυκτικά δεμένη με τη γη, όπου το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να βουλιάζει, χάνοντας σιγά – σιγά την αίσθηση του ορίζοντα, δεν υπάρχει για αυτήν ούτε λύτρωση, ούτε τέλος. Ο εγκλωβισμός αυτός θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε και σε οποιονδήποτε, στη σχέση δύο ανθρώπων μέσα σε μια κρεβατοκάμαρα, σε μια πολυκατοικία, σε μια πόλη.
Σε αυτή τη μοναχική πορεία, την συντροφεύει, τυπικά θα έλεγε κανείς, ο σύντροφός της Γουίλι. Η σχέση τους, διάτρητη, αλλά αναγκαία, σηματοδοτεί ακόμη περισσότερο την αποξένωση και τη διάλυση. Και τα δύο κωμικοτραγικά πρόσωπα, ζούνε από συνήθεια, ανήμποροι, ανυπεράσπιστοι, ανίκανοι να σκεφτούν και να πράξουν. Με όπλο του το τραγικό χιούμορ, που ο Beckett παίρνει από την καθημερινότητα και που θεωρεί ίσως ότι είναι το τελευταίο στήριγμα της ανθρώπινης ύπαρξης, βλέπει κανείς την τρυφερότητα που έχει ο συγγραφέας για τα πρόσωπά του και την ανθρωπιά με την οποία τα κοιτάζει. Τους βλέπει κατάκοπους από τη ζωή να επιμένουν με πείσμα να τη ζήσουν με όποιο τρόπο, με όποιο κόστος, παντού, σε κάθε ευκαιρία, υπογραμμίζει αυτή την υπομονή, την επιμονή και το κουράγιο.

Ο Βeckett, κατά τη συγγραφή αυτού του έργου δέχτηκε διάφορες επιρροές, μεταξύ των οποίων από τους Bunuel, και Dante. Μάλιστα, οι αναφορές στον τελευταίο διατρέχουν όλα τα γραπτά του Beckett. Στο συγκεκριμένο έργο εντοπίζουμε την ανορθόδοξη αντίληψη περί χρόνου της Γουίνι, σε αντιστοιχία με αυτή που έχουν οι Σκιές στην Κόλαση του Δάντη.

Ο ίδιος ο Βeckett, θέλοντας να υπάρχει ταυτόχρονα τόσο η συμμετρία όσο και μια τεχνητή αντίληψη στο σκηνικό του δίνει κάποιες σκηνογραφικές οδηγίες . Ένα πανί, σαν ένα παράθυρο στον τοίχο, χρησιμοποιείται για να αναπαραστήσει μια πεδιάδα να συναντά τον ουρανό στον βαθύ ορίζοντα. Το σκηνικό  θυμίζει καρτ- ποστάλ από μια παραλία, ακόμα και ο τίτλος του έργου, Ευτυχισμένες Μέρες, αποτελεί μία κλασσική έκφραση για να περιγράψει κανείς τις καλοκαιρινές του διακοπές.

Σύνοψη του έργου – αξιολογικά σχόλια

Η Γουίνι, μια γυναίκα που δεν είναι πια νέα, βρίσκεται θαμμένη μέχρι τη μέση σε ένα λόφο από χώμα. Ζει σε μια ατέρμονη μέρα από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Ακόμα και η ομπρέλα που ενίοτε χρησιμοποιεί για να προστατευτεί από τον ήλιο είναι χαλασμένη, και τελικά την αφήνει εκτεθειμένη. Μαθαίνουμε ότι δεν ήταν πάντα θαμμένη με αυτόν τον τρόπο, αλλά ποτέ δεν ανακαλύπτουμε πώς παγιδεύτηκε έτσι. Πρόκειται για μια περίεργη, ασυνήθιστη εικόνα. Σύμφωνα με τον Beckett το παράδοξο, το ασυνήθιστο αποτελούν βασική προϋπόθεση για αυτό το έργο .

Η Γουίνι περνάει τι χρόνο της ανάμεσα στο κουδούνι για το ξύπνημα και το κουδούνι για τον ύπνο, ακολουθώντας με πάρα πολύ ακρίβεια αυτή την καθημερινή ρουτίνα. Το κουδούνι που χτυπάει αποκτά το χαρακτήρα μιας ανεξήγητης εξωτερικής δύναμης.

Η Γουίνι αρχίζει τη μέρα της, το κουδούνι ακούγεται και αυτή ξεκινά μία μισοξεχασμένη προσευχή. Στη συνέχεια προχωρά με την καθημερινή της ρουτίνα, αδειάζει δηλαδή όλα της τα πράγματα από την τσάντα της, ενώ ταυτόχρονα απευθύνεται στον άντρα της το Γουίλι, που ζει σε μια σπηλιά, πίσω από το λόφο από τον οποίο είναι η ίδια χωμένη. Η διαδικασία αυτή έχει χαρακτήρα σχεδόν τελετουργικό. Η τσάντα της είναι η μοναδική της περιουσία, και γι’ αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο του έργου, όπως επίσης και της σκηνοθετικής και σκηνογραφικής του προσεγγισης. Ποτέ δεν τολμά να την αναποδογυρίσει ολοκληρωτικά. Είναι σαν το σεντούκι που φυλάει την ελπίδα της. Στο τέλος της ημέρας βάζει πίσω τα αντικείμενά της, εκτος από το πιστόλι. Αυτό, σαν να αψηφά τους νόμους της φύσης καταλήγει πάντα στο πάνω μέρος της τσάντας. Έτσι τελικά το αφήνει έξω.

Η Γουίνι λειτουργεί βάση της εκκλησιαστικής αρχής ότι υπάρχει ένας συγκεκριμένος χρόνος για όλα τα πράγματα, και ο κατάλληλος χρόνος για να συμβούν συγκεκριμένες διαδικασίες είναι κατά τη διάρκεια της μέρας (με τον όρο «μέρα» να αποτελεί μία απροσδιόριστη έννοια, αφού σε αυτό το μέρος υπάρχει ένα αέναο φως). Αυτές ίσως οι αρχές με τις οποίες λειτουργεί η Γουίνι συνοψίζει στον όρο «the old style».

O Γουίλι, από τη μεριά του την αγνοεί, ενώ τις ελάχιστες φορές που της απαντάει, η ανταπόκρισή του είναι μονολεκτική. Δεν αποκαλύπτεται ποτέ ολόκληρος. Ο θεατης έχει την ευκαιρία να δει μόνο το πίσω μέρος του κεφαλιού του.Στην αρχή μάλιστα του έργου η Γουίνι τον χτυπάει κανα δυο φορές για να τραβήξει την προσοχή του. Έτσι και αλλιώς όμως, αυτό που έχει σημασία για τη Γουίνι δεν είναι οι απαντήσεις του, αλλά ότι είναι εκεί για να την ακούσει. Και όταν οι λέξεις την απογοητεύουν, η Γουίνι πάντα ανατρέχει στο περιεχόμενο της τσάντας της.

Ανάμεσα στις πολλαπλές αντιθέσεις αυτών των δύο προσώπων είναι και η σχέση τους με το χρόνο. Η Γουίνι  επαναφέρει αναμνήσεις από ένα ιδανικό παρελθόν, αποσπάσματα των κλασσικών, ενώ ο Γουίλι φράσεις από την εφημερίδα.

Χαρακτηριστική είναι επίσης η επανάληψη της φράσης  «αυτή θα είναι άλλη μια ευτυχισμένη μέρα» σε ‘ολη τη διάρκεια του έργου, σαν μια διαβεβαίωση στον εαυτό της ότι όλα θα πάνε καλά τη στιγμή εκείνη που φαίνεται ότι θα βάλει τα κλάμματα.

Στην δεύτερη πράξη τα πάντα γίνονται πιο θολά. Η Γουίνι το γνωρίζει : «να έχω υπάρξει αυτό που πάντα είμαι, και τόσο αλλαγμένη από αυτό που ήμουν». Δεν μπορεί πια να φανταστεί καμία ανακούφιση, δεν μπορεί πια να προσευχηθεί, όπως έκανε στην αρχή του έργου. Ακόμα και όταν προφέρει τη φράση ευτυχισμένη μέρα, αυτό δεν πυροδοτεί πια το χαμογελό της. Στην πρώτη πράξη χρησιμοποιεί τα αντικείμενα της τσάντας της για να αναβιώσει μνήμες. Τώρα, που δεν μπορεί πια να τη φτάσει χρησιμοποιεί την τσάντα και την ομπρέλα της ως στοιχεία, για τον ίδιο σκοπό.

Η Γουίνι ωστόσο βυθίζεται αργά μέσα στο χρόνο και την απογοήτευση. Στη δεύτερη πράξη έχει σχεδόν θαφτεί από το χώμα. Μόνο το κεφάλι της είναι ορατό, που τώρα πλέον δεν μπορεί να κινήσει, και παραδέχεται ότι πονάει. Εξακολουθεί να συζητάει , αλλά πλέον καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια,  μην μπορώντας να γυρίσει το κεφάλι της η να φτάσει την τσάντα της. Δεν ξέρει καν αν ο Γουίλι είναι πλέον κοντά της, αλλά της χρειάζεται να πιστέψει στην παρουσία του.

Στις Ευτυχισμένες Μέρες η υπαρξιακή κατάσταση των ηρώων οπτικοποιείται στο λόφο που περιβάλει τη Γουίνι, και μέσα στον οποίο αυτή βυθίζεται όλο και πιο βαθιά. Όσο πιο κοντά φτάνει στο τέλος τόσο πιο αργά βυθίζεται, ενώ το τέλος ποτέ δεν έρχεται για να την απαλλάξει από τον πόνο του να είναι θαμμένη μέσα στο βουνό. Αυτό που ο Βeckett θέλει να αναπαραστήσει είναι η αέναη επανάληψη μικρών στιγμών θανάτου παρά τον θάνατο τον ίδιο. Οι χαρακτήρες του εύχονται η ζωή τους να τελειώσει, αλλά το τέλος δεν έρχεται ποτέ, γιατί το ρολόι γίνεται όλο και πιο αργό.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s