αναδημοσίευση από το left.gr :

***

Του Ηλία Ιωακείμογλου

 

Σε μια συγκυρία κατά την οποία τα ειδικά σώματα αστυνομικών ξυλοκοπούν με ιδιαίτερη ευχαρίστηση την πρώτη ύλη της εργασίας τους, δηλαδή τους διαδηλωτές, ενώ ταυτοχρόνως ως εργαζόμενοι υφίστανται μειώσεις του εισοδήματός τους, ήταν φυσικό να ανακινηθεί, στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, το ζήτημα της ταξικής θέσης των μπάτσων. Η συνηθισμένη απάντηση που δίνεται από τα περισσότερα στελέχη της Αριστεράς είναι απλή και σύντομη: Πρώτον, τα ειδικά σώματα, όπως και το σύνολο των αστυνομικών, είναι εργαζόμενοι, άρα ανήκουν και αυτοί στις εργαζόμενες τάξεις, επομένως στο μεγάλο εκλογικό ακροατήριο της Αριστεράς. Δεύτερον, όταν βιαιοπραγούν ακολουθούν, ως επαγγελματίες, τις οδηγίες και τις διαταγές που δέχονται από τους ιεραρχικά ανωτέρους τους.
Αυτή η απλοϊκή αντιμετώπιση του ζητήματος αποτελεί ακόμη ένα σύμπτωμα του αποχωρισμού της Αριστεράς από την μαρξιστική θεωρητική της παράδοση. Εξ όσων γνωρίζω, κανείς δεν ένοιωσε την ανάγκη, στα πλαίσια της πρόσφατης σχετικής συζήτησης να ανασύρει την ξεχασμένη μαρξιστική θεωρία των κοινωνικών τάξεων. Και όμως, πρόκειται για μια παράδοση που έχει να μας πει πολλά περισσότερα από τις απλές εμπειρικές «διαπιστώσεις», ότι οι αστυνομικοί είναι εργαζόμενοι που ενίοτε γίνονται βίαιοι επειδή ακολουθούν οδηγίες.
Καταρχήν, οι αστυνομικοί είναι μια επαγγελματική ομάδα που δεν μπορεί να οριστεί με αναφορά στις σχέσεις παραγωγής, διότι δεν συμμετέχουν στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή, στην σφαίρα της οικονομίας που παράγει προστιθέμενη αξία, δηλαδή εμπορεύματα που πωλούνται στην αγορά και δημιουργούν τις δύο βασικές μορφές εισοδήματος: τον μισθό και το κέρδος. Η επαγγελματική ομάδα των μπάτσων βρίσκεται έξω από την σφαίρα της παραγωγής: ανήκουν στις κατώτερες βαθμίδες κρατικών υπαλλήλων και συμβάλλουν, με τον τρόπο τους, στην κοινωνική αναπαραγωγή. Η αμοιβή της εργασίας τους δεν έχει καμία σχέση με την παραγωγή ούτε αξίας ούτε υπεραξίας: είναι ένα εισόδημα που τους εκχωρείται από τα φορολογικά έσοδα σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους.
Για τους λόγους αυτούς, η ταξική θέση των αστυνομικών δεν μπορεί να βρίσκεται κοντά στην βιομηχανική εργατική τάξη ή στο προλεταριάτο των υπηρεσιών. Αντιθέτως, από καθαρά οικονομική άποψη, η θέση τους είναι όμοια με όλα εκείνα τα επαγγέλματα που ανταλλάσσουν τις υπηρεσίες τους έναντι εισοδήματος χωρίς να παράγουν οικονομική αξία, δηλαδή εμπορεύματα που πωλούνται στην αγορά, πλην όμως, συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Πρόκειται για όλους τους υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης, τους εκπαιδευτικούς, τους στρατιωτικούς, το νοσηλευτικό προσωπικό, και τους άλλους εργαζόμενους που συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του συστήματος, ο καθένας με τον τρόπο του, χωρίς να παράγουν οι ίδιοι οικονομική αξία, εμπορεύματα.
Για όλες αυτές τις επαγγελματικές κατηγορίες, ο οικονομικός προσδιορισμός της ταξικής θέσης είναι εξαιρετικά αδύναμος και έχει αρνητική αξία: μάς λέει κυρίως σε ποιες τάξεις δεν ανήκουν οι εργαζόμενοι στον στενό δημόσιο τομέα χωρίς να μας λέει πού ακριβώς ανήκουν. Για τον λόγο αυτό, η μαρξιστική θεωρητική παράδοση εισάγει στο σημείο τρία ακόμη κριτήρια της ταξικής θέσης: τη σχέση με το κράτος (δηλαδή την εξουσία), την σχέση με την κοινωνική αναπαραγωγή, και τη σχέση με τις ιδέες (την ιδεολογία). Αυτά είναι τα κριτήρια που μπορούν να μας εξηγήσουν την ταξική διαφορά μεταξύ ενός αστυνομικού των ειδικών δυνάμεων (ενός μπάτσου δηλαδή), ενός καθηγητή του δημόσιου λυκείου, ενός γιατρού και ενός οδηγού απορριμματοφόρου του Δήμου.
Προφανώς, ένας μπάτσος και ένας γιατρός του ΕΣΥ, έχουν διαφορετική σχέση με τον κράτος: ο δεύτερος φροντίζει τους πολίτες, με ανάθεση από το κοινωνικό κράτος, ενώ ο πρώτος υπηρετεί τον καταπιεστικό μηχανισμό του κράτους (δηλαδή της πολιτικής εξουσίας), που του έχει αναθέσει να ασκεί καταστολή και βία προκειμένου να διατηρηθεί (ή να διατηρήσει τις ισορροπίες της) η πολιτική εξουσία. Η ταξική θέση του γιατρού του ΕΣΥ ορίζεται σε σχέση με το κοινωνικό κράτος, ενώ του αστυνομικού σε σχέση με τον μηχανισμό του κράτους ως δύναμη καταστολής και καταπίεσης των «εχθρών του κράτους».
Αυτό μας φέρνει στην ιδεολογία: Κάθε επάγγελμα, μαζί με τις θεωρητικές ή τεχνικές γνώσεις που απαιτεί η εξάσκησή του, φέρνει μαζί του και κανόνες για την ορθή χρήση τους, που πρέπει να έχει ο καθένας ανάλογα με το επάγγελμα που θα ασκήσει. Πρόκειται για πρακτικούς κανόνες δεοντολογίας, ορθής συμπεριφοράς κλπ που αντλούν την ύπαρξή τους από μιαν αντίστοιχη ιδεολογία -μιαν ιδεολογία καλλιεργημένη από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, ιδιαίτερα δε από τον εκπαιδευτικό μηχανισμό, αφού αυτός παράγει, εν πολλοίς, τα επαγγέλματα. Έτσι, η άσκηση του επαγγέλματος του γιατρού του ΕΣΥ συνοδεύεται από κανόνες που συμπυκνώνονται στον όρκο του Ιπποκράτη, αλλά και άλλους κανόνες, που αντλούν την ύπαρξή τους από τις ανθρωπιστικές ιδεολογίες, αυτές που αναφέρονται στην «αξία» της ανθρώπινης ζωής και της υγείας, στα κοινωνικά δικαιώματα κλπ. Χωρίς την ύπαρξη μιας τέτοιας ιατρικής ιδεολογίας και τέτοιων αντίστοιχων κανόνων, η άσκηση του επαγγέλματος του γιατρού θα ήταν αδύνατη, και κάθε γιατρός θα ήταν ελεύθερος να αποφασίζει κατά την προσωπική του αντίληψη, αυθαίρετα, για μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων ζωής και θανάτου. Αντίστοιχα, η άσκηση του επαγγέλματος του μπάτσου, δηλαδή των ειδικών σωμάτων πολιτικής καταστολής και καταπίεσης, συνοδεύεται από κανόνες (των οποίων την εφαρμογή βλέπουμε καθημερινά στους δρόμους) που αντλούν την ύπαρξή τους από την πολιτική ιδεολογία του «εσωτερικού εχθρού», δηλαδή από μια ιδεολογία διάκρισης και μίσους. Χωρίς την ύπαρξη μιας τέτοιας ιδεολογίας μίσους και των αντίστοιχων κανόνων συμπεριφοράς, η άσκηση του επαγγέλματος του μπάτσου θα ήταν αδύνατη, διότι κάθε μπάτσος θα έπρεπε να αποφασίζει καθημερινά για την ηθική νομιμότητα της αιματηρής επαγγελματικής του πρακτικής εν μέσω μιας κοινωνίας που εμφορείται, ακόμη σε μεγάλο βαθμό, από ανθρωπιστικές αξίες δικαιοσύνης, ανεκτικότητας, κοινωνικών δικαιωμάτων, ελευθερίας κλπ.
Στην ελληνική της εκδοχή, η ιδεολογία του εσωτερικού εχθρού, που κινεί τα νήματα της συμπεριφοράς του μπάτσου, είναι ιδιαίτερα ισχυρή και εμπλουτισμένη από την ίδια την ελληνική ιστορία της Εθνικοφροσύνης, ιδιαίτερα δε του εμφυλίου πολέμου: τα κομμούνια, οι αναρχικοί και οι κάθε είδους ομάδες με παρεκκλίνουσα πολιτική συμπεριφορά ως προς τις πατροπαράδοτες αξίες του Έθνους, απειλούν με διάλυση τον μεγάλο πολιτισμό των Ελλήνων, από τον Παρθενώνα μέχρι σήμερα. Είναι οι εχθροί της κοινωνίας, είναι αμετανόητοι και αποφασισμένοι, και για τον λόγο αυτό τους αξίζει κάθε είδους βίας, στα πλαίσια που ορίζει βεβαίως η αστική εξουσία -δηλαδή το Αφεντικό.
Τέτοιοι είναι οι μη οικονομικοί ταξικοί προσδιορισμοί της ομάδας των μπάτσων. Είναι αυτοί οι προσδιορισμοί που χαλυβδώνουν την θέλησή τους να ασκήσουν χωρίς αναστολές βία επάνω σε πολίτες, που διεγείρουν το ζωώδες πνεύμα τους, τους συγκροτούν σε ομάδα κρούσης και τους μετατρέπουν από επαγγελματική ομάδα σε κοινωνική ομάδα, δηλαδή σε ομάδα που εμφανίζεται στην αιματηρή σκηνή της πολιτικής βίας ως ένα και μοναδικό υποκείμενο, ένα και μοναδικό πρόσωπο, με ενιαία θέληση και ομοιογενοποιημένο μίσος για τους εχθρούς του Έθνους.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s