Του λάμπε ρατ

 

Η κυβέρνηση έκανε lock out (συνηθισμένη εργοδοτική και όχι μόνο -πλέον- πρακτική) στη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Την έκλεισε καταργώντας προληπτικά το δικαίωμα στην απεργία, στην οποία σίγουρα θα προχωρούσε η ΠΟΣΠΕΡΤ σε περίπτωση εξαγγελίας της «εξυγίανσης». Και επιπλέον, άλλη μια πράξη νομοθετικού περιεχομένου. Με τέτοιες κυβερνά το καθεστώς μόνιμης έκτακτης ανάγκης. Γιατί όμως να κλείσει την ΕΡΤ και να μην προχωρήσει στην αναδιάρθρωση χωρίς την προσφυγή σε τέτοια ολοκληρωτικά μέτρα; Γιατί διαρκώς επιλέγει αυταρχικά και κατάφωρα αντισυνταγματικά μέτρα (π.χ. στους καθηγητές επιστράτευση και στην ΕΡΤ λουκέτο), ενώ μπορεί να κάνει τη δουλειά του κι αλλιώς, με μια πιο ήπια διαχείριση; Για πολλούς λόγους, τους οποίους θα παραθέσουμε χωρίς αξιολογική σειρά: γιατί θέλει να μετατοπίσει de facto τα όρια του συντάγματος, ώστε να είναι πιο εύκολη και η de jure μετατόπιση όταν έρθει η ώρα· γιατί θέλει να σταθμίσει τις αντιδράσεις και τις αντιστάσεις· γιατί θέλει να δείξει σε πολλούς ενδιαφερόμενους (και όχι μόνο στους ευρωπαίους δανειστές).

Ενα αποφασιστικό, πανίσχυρο πρόσωπο, που δεν χαμπαριάζει από κόστος (πολιτικό ή άλλο) και θα προχωρήσει την αναδιάρθρωση όπως και να ‘χει· γιατί θέλει να συντρίψει τον (αριστερής κουλτούρας) εργατικό συνδικαλισμό της μεταπολίτευσης και να ανανοηματοδοτήσει την επίσης μεταπολιτευτικής προέλευσης έννοια του «δημοσίου» (δεν είναι τυχαίο ότι επέλεξε να χτυπήσει δύο πολύ ισχυρά, τηρουμένων των αναλογιών, συνδικάτα: της δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης)· γιατί θέλει να συσπειρώσει γύρω του πιο αποφασισμένους και πιο συνειδητοποιημένους όσους έχουν υιοθετήσει τα νεοφιλελεύθερα μότο του τύπου «οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπέληδες» και «το δημόσιο έχει καταληφθεί απο βολεμένα κομματόσκυλα»· γιατί, όπως έχουμε αναφέρει κι αλλού, με αυτή τη «στρατηγική της έντασης» θέλει να μεταφέρει τις επιμέρους αντιπαραθέσεις στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό κι εκεί να τις διαχειριστεί και γιατί δεν έχει κανένα πρόβλημα να στείλει τους όποιους θιγόμενους στην αγκαλιά της (ουσιαστικά) ακίνδυνης για το καθεστώς αριστερής διαμαρτυρίας και ήπιας διαχείρισης της εξουσίας· γιατί θέλει να τελειώνει με τα εργασιακά «προνόμια» στο δημόσιο. …

ert_nosignal-500x375

Αναμφίβολα, όλες οι πολιτικές φράξιες συμφωνούν με τις μεταρρυθμίσεις και την αναδιάρθρωση προς όφελος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Το θέμα είναι με ποιο τρόπο θα γίνουν (υπάρχουν πλέον πολλοί παίχτες στο πολιτικό σκηνικό, οι οποίοι διαφωνούν στα ήσσονα και συμφωνούν στα μείζονα). Η κυβέρνηση, εξυπηρετώντας μεσομακροπρόθεσμους πολιτικούς σκοπούς, επιλέγει the hard way. Προοδευτικοί και φιλελεύθεροι κύκλοι τής την πέφτουν γιατί δεν χρειαζόταν λέει να γίνει έτσι. Υπάρχει κι άλλος δρόμος, μια άλλου τύπου «θεραπεία», κι όχι χιλιάδες απολύσεις και κλείσιμο με ΠΝΠ. Ο Καμίνης θα σπεύσει να δηλώσει «την ΕΡΤ δεν την κλείνεις, την αλλάζεις». Ο Μόσιαλος, αυτός ο αγγλοσπουδαγμένος ακαδημαϊκός (νεο)φιλελεύθερος, θα επανέλθει στο προσκήνιο, αφού ως υπουργός είχε αναθέσει σε επιτροπή με προεξάρχοντα τον (όποια πέτρα της αναδιάρθρωσης κι αν σηκώσεις θα τον βρεις από κάτω σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές) συνταγματολόγο Αλιβιζάτο να εκπονήσει σχέδιο νόμου για την «εξυγίανση» της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης (στο οποίο σχέδιο πατάει η νέα πρόταση νόμου του επίσης νομικού Καράκωστα που σύντομα θα κατατεθεί στη βουλή). Εκεί βρίσκει κανείς όλα τα mantra του νεοφιλελευθερισμού: νέα επιχειρηματικότητα, καινοτομία, διεθνής ανταγωνιστικότητα, αξιοποίηση των ανθρώπινων πόρων, ευελιξία, αξιοκρατία, αριστεία, αξιολόγηση, μάνατζερ με σπουδές στα καλύτερα οικονομικά πανεπιστήμια, εξορθολογισμός στις δαπάνες και στους μισθούς, ανεξαρτησία από το κράτος, διαφάνεια, ποιότητα (αλά σημίτης), εναντίωση στην κομματοκρατία και τα συνδικαλιστικά συμφέροντα. Για να γίνει η ραδιοτηλεόραση επιτέλους ένα πλουραλιστικό υγιές ανταγωνιστικό εμπόρευμα και να αγαπάμε όλοι («απασχολούμενοι» και «πελάτες») την Εταιρία.

Η Χρυσή Αυγή με τη σειρά της για άλλη μια φορά (βλ. π.χ. και τη στάση της στο θέμα των μεταλλείων στη Χαλκιδική) συγκλίνει με το νεοφιλελεύθερο λόγο και με τον αυταρχισμό της κυβέρνησης, αναφέροντας στην ανακοίνωσή της: «Στους κρατικοδίαιτους υβριστές μας, που τα οικονομούσαν χοντρά από την κρατική τηλεόραση, δεν χρωστάμε απολύτως τίποτα. Το αντίθετο μάλιστα, αυτοί μας χρωστάνε, καθώς εδώ και πολλά χρόνια μας υβρίζουν και μας συκοφαντούν μέσα από συχνότητες που δεν ανήκουν σε αυτούς, αλλά στον ελληνικό λαό». Σύμφωνα με τη Χ.Α., η ΕΡΤ υπάρχει «για να σιτίζονται κάποια κομματόσκυλα». Προσπαθεί να επιβεβαιώσει το όνομά της (λαϊκός σύνδεσμος) παίζοντας τον ρόλο συνδετικού κρίκου ανάμεσα στις ιδεολογικά (ακρο)δεξιές πολιτικές της κυβέρνησης και σε τμήματα του εκχυδαϊσμένου πολιτισμικά αλλά πληττόμενου από τα μνημόνια «λαού».

Η αριστερή αντιπολίτευση τι έχει να πει για όλα αυτά; Προφανώς διαφωνεί σφόδρα με το λουκέτο και μιλάει για «πραξικόπημα της (ακρο)δεξιάς με πρασινορόζ αποχρώσεις κυβέρνησης». Διαφωνεί βέβαια και με τις απολύσεις. Πιστεύει επίσης ότι αυτή είναι (άλλη) μια φοβερή ευκαιρία για « να ρίξουμε την κυβέρνηση» και οι αριστεροί Κλαούζεβιτς καταστρώνουν σχέδια επί χάρτου. Επί της ουσίας όμως, ποια είναι η πολιτική που πρεσβεύει ο ΣΥΡΙΖΑ όσον αφορά όχι μόνο τη ραδιοτηλεόραση αλλά γενικά την ανάπτυξη και την οικονομία; Όπως τόνισε ο Αλέξης στη συνδιάσκεψη με τον ΣΕΒ: «Ανάπτυξη ίσον δημοκρατία συν επενδύσεις. Ελευθερίες, κοινωνικά δικαιώματα, δίκαιη αμοιβή, συμμετοχή των εργαζομένων. Συν επιχειρηματικότητα, καινοτομία, σχεδιασμένη επένδυση πόρων και ανθρώπινου δυναμικού σε τομείς που ωθούν την οικονομία και τη χώρα προς τα μπρος» (κατά την πασίγνωστη εξίσωση του Λένιν: σοσιαλισμός = σοβιέτ + εξηλεκτρισμός). Η λύση λοιπόν για τη χώρα (και για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου και των κοινωνικών του σχέσεων) είναι ένας αυτοδιαχειριζόμενος συμμετοχικός δίκαιος καπιταλισμός.

Θα προχωρήσουμε τώρα σε μια σχετικά λεπτομερή αναφορά στην περιβόητη «ποιότητα» της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης που μας τσαμπουνάνε κυρίως οι μετέχοντες στην αριστερή και ευρύτερα προοδευτική και δημοκρατική παιδεία και κουλτούρα. Αν συγκρίνουμε με τα σκουπίδια και τη χυδαιότητα της ιδιωτικής, θα μπορούσαμε καταρχάς να συνηγορήσουμε υπέρ μιας τέτοιας άποψης. Αλλά προτιμάμε να ζουμάρουμε αυτοτελώς στην ΕΡΤ, χωρίς να πέσουμε στην παγίδα της σύγκρισης. Αν εξαιρέσουμε λοιπόν κάποιες ραδιοφωνικές εκπομπές και κατά βάση το τρίτο πρόγραμμα, κάποιες αξιόλογες κινηματογραφικές ταινίες (που βέβαια προβάλλονται προχωρημένες για εργαζόμενους ώρες και όχι στο prime time), κανά δυο σειρές ντοκιμαντέρ (όπως ο Εξάντας, που όμως, κι όχι τυχαία, δεν ασχολείται με εγχώρια -που «καίνε και τσουρουφλάνε»- ζητήματα) και μια-δυο σχετικά ενδιαφέρουσες εκπομπές (π.χ. Ανιχνεύσεις της ΕΡΤ3), τι έχουμε κατά τ’ άλλα; Πρωινές και βραδινές «σοβαρές» εκπομπές ενημέρωσης και/ή διαλόγου που για να τις αντέξεις για έστω ένα δεκάλεπτο πρέπει να ‘χεις πάρει σκληρά ναρκωτικά (δεν είναι τόσο ο «πλούτος» των επιχειρημάτων και η μονοσήμαντη παρουσίαση της πραγματικότητας -με διάφορες αποχρώσεις αλλά εντός του ίδιου τελικά κυρίαρχου παραδείγματος- που μας κάθονται στο στομάχι, όσο η εν γένει κουλτούρα που πρεσβεύουν αυτές οι εκπομπές, οι παρουσιαστές και οι καλεσμένοι τους).

Eνα σωρό εναλλακτικές, πολιτισμικά φιλελεύθερες εκπομπές, κάποιες που μας προτρέπουν να επιστρέψουμε στα χωριά και να πάρουμε τα βουνά για να το ρίξουμε στην υγιή επιχειρηματικότητα και στην καινοτομία είτε αυτή λέγεται βιολογική καλλιέργεια είτε λέγεται αγροτουρισμός είτε κάτι άλλο, για να ‘ρθουμε πάλι κοντά στη φύση και να αναπνεύσουμε καθαρό οξυγόνο, να σπείρουμε και να θερίσουμε, να αρμέξουμε καμιά αγελάδα, να κάνουμε ράφτινγκ και άλλα εξτριμ σπορτς κλπ (κοντολογίς, μια σχεδόν «ειδυλλιακή» εικόνα, φτιαγμένη για να πείσει ανθρώπους της πόλης που μια ζωή τους έλεγαν να σπουδάσουν για να προκόψουν και τώρα τους λένε να αλλάξουν Παράδειγμα σε μια νύχτα και να ξεκινήσουν να βγάζουν το ψωμί τους ως αγρότες και κτηνοτρόφοι), και άλλες που μας «γνωρίζουν» με τους μετανάστες σαν να είναι εξωτικό φρούτο και υμνούν τις αρετές της φιλελεύθερης πολυπολιτισμικότητας, όπου οι διαφορετικές κουλτούρες απλά συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο «με αμοιβαία ανεκτικότητα και σεβασμό στη διαφορετικότητα», με ισχυρή ταυτότητα και ανοχή της ετερότητας, χωρίς δηλαδή όλα αυτά που ενσαρκώνει αντίθετα η (ελευθεριακή) διαπολιτισμικότητα: τη διασταύρωση και αλληλεπίδραση ανάμεσα στους πολιτισμούς/κουλτούρες, την ενσυναίσθηση της ετερότητας, τη διάλυση του Εγώ μέσα στο Άλλο, το διαλεκτικό ξεπέρασμα της ταυτότητας διαμέσου της ετερότητας, την κριτική αμφισβήτηση και την αμφιβολία που δεν φτάνει όμως ποτέ στην ακύρωση ούτε του εαυτού ούτε του άλλου.

Για τους λάτρεις της στυγνά επαγγελματικής, υπερανταγωνιστικής, υπερθεαματικής, τζογαδόρικης μπίζνας του αθλητισμού, με σώματα – προϊόντα της σύγχρονης βιοτεχνολογίας, επιστημονικά κατατμημένα και σχεδόν μεταλλαγμένα, το πρόγραμμα διαθέτει τσάμπιονς λιγκ, ευρωμπάσκετ, μουντιάλ, πρωταθλήματα στίβου και ολυμπιακούς αγώνες· ψυχαγωγικές εκπομπές του τύπου Στην υγειά μας, όπου μαζεύονται διάφοροι καλλιτέχνες και λένε εκ του ασφαλούς ένα σωρό βλακείες – κοινοτοπίες της τρέχουσας εποχής όπως «η κρίση δεν μας τρομάζει», «ο νεοπλουτισμός μας έφαγε», «χρειαζόταν τελικά ένα χαστούκι», «μπορούμε και με λιγότερα», «θα μείνουν οι καλύτεροι στο χώρο μας» – αποδέχονται δηλαδή, έστω και υπόρρητα, την αναγκαιότητα της από τα πάνω αναδιάρθρωσης, το ξεσκαρτάρισμα και το πέταγμα χιλιάδων στην ανεργία ως μη άξιων (ζήτω η αξιοκρατία!), την επιβεβλημένη ολιγάρκεια καθώς και τη συνενοχή όλων στην οικονομική κρίση, και στο ενδιάμεσο τραγουδάνε τη Δραπετσώνα και άλλα λαϊκά άσματα· νεανικές μοδάτες εκπομπές που κάνουν ότι καταλαβαίνουν τη νεολαία και τις ανησυχίες της.

Εκπομπές για μουσική, θέατρο και άλλες καλές τέχνες που με επιτηδευμένο και ξερολίστικο ύφος απλώνουν την πραμάτεια και διαφημίζουν το εμπόρευμα για ψαγμένα γούστα· ιδιαίτερη μνεία τέλος αξίζει σ’ αυτή την εξαιρετική εκπομπή με τίτλο Στα άκρα, όπου η κουλτουριάρα και με ύφος χιλίων διανοούμενων παρουσιάστρια Βίκυ Φλέσσα καλεί διάφορες εξέχουσες προσωπικότητες και καθεστωτικά think tanks (από τον Ράμφο, τον Γιανναρά, τον Φιλόθεο Φάρο, την Κική Δημουλά και τον καθηγητή Στρατηγικής Διοίκησης Τσούκα, τακτικό αρθρογράφο της Καθημερινής, μέχρι αδιάφθορους, δουλευταράδες και πολλά υποσχόμενους νεοεισελθόντες στη σκηνή πολιτικούς ανεξαρτήτως κομματικής ένταξης όπως ο Αρβανιτόπουλος της Ν.Δ. και ο Μανιάτης του Π.Α.Σ.Ο.Κ., καθώς και διεθνούς εμβέλειας έλληνες επιστήμονες όπως ο Νανόπουλος), και όλοι μαζί μας εξηγούν με περισπούδαστο ύφος τι δεν έχει πάει καλά, τι πρέπει να κάνουμε για να ορθοποδήσει η χώρα κλπ και μας παρουσιάζουν με περηφάνεια επιστημονικά επιτεύγματα. Ένα σιχαμένο μείγμα (νεο)φιλελευθερισμού – «υγιούς» και «όχι ακραίου» εθνικισμού – πατερναλισμού – θαυμασμού για την ηγεσία και τους ηγέτες – λατρείας της τεχνοεπιστήμης. Απόψεις που περνιούνται για ψαγμένες και σπουδαίες, πανεπιστημιακή καλλιέργεια, μειλίχιο ύφος.

Πρόκειται λοιπόν στην ουσία για έναν μηχανισμό που παράγει ιδεολογία, διαχέει μια συγκεκριμένη κουλτούρα και διαμεσολαβεί – αναπαριστά θεαματικά το υπάρχον.  Πρόκειται για μηχανισμό κοινωνικού ελέγχου και για σημαντικό παίχτη της τηλεοπτικής δημοκρατίας. Η επιλογή μας βέβαια να εστιάσουμε στα παραπάνω δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε άλλες πτυχές της ριζοσπαστικής κριτικής κινημάτων και στοχαστών στα Μ.Μ.Ε. τόσο ως δομές όσο και ως κοινωνικές σχέσεις όπως η άνιση σχέση πομπού – δέκτη, ο πληροφοριακός οργασμός και η υπερίσχυση της πληροφορίας έναντι της γνώσης κ.α.

Για να τελειώνουμε λοιπόν, δεν υπερασπιζόμαστε την «ποιότητα» της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης ούτε αυτήν ως θεσμό της Δημοκρατίας μας ούτε προφανώς στο σύνολό της (δηλαδή και την εκάστοτε διοίκηση, τους μάνατζερς, τα υψηλόμισθα στελέχη και τους μεγαλοδημοσιογράφους). Υπερασπιζόμαστε τους χιλιάδες εργαζόμενους και τις οικογένειές τους (κι όχι μόνο τους μισθούς τους, αλλά και την αξιοπρέπεια και την αυτονομία τους), υπερασπιζόμαστε τη δημόσια περιουσία και προωθούμε μια ανταγωνιστική στο κράτος, το κεφάλαιο και την κυρίαρχη κουλτούρα κι ιδεολογία έννοια και πρακτική του δημοσίου, του κοινού με άλλα λόγια, ενάντια στον κρατικό αυταρχισμό, ενάντια στη λάσπη που εκτοξεύεται, ενάντια στην «εξυγίανση» (βίαιη ή ήπια) προς όφελος της ανταγωνιστικότητας του εμπορεύματος που λέγεται δημόσια ραδιοτηλεόραση, προς όφελος της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Γνωρίζουμε την αντίφαση (της υπεράσπισης των εργαζόμενων αλλά όχι του τελικού προϊόντος της εργασίας τους ούτε των κοινωνικών σχέσεων που εγκαθιδρύουν τα Μ.Μ.Ε.), που διατρέχει άλλωστε σχεδόν όλες τις μορφές της καπιταλιστικής εργασίας, αλλά ζούμε μ’ αυτήν γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Οι αντιφάσεις άλλωστε θα ξεπεραστούν πλήρως μόνο σε μια ελεύθερη και δίκαιη κοινωνία, μόνο σε μια ολότελα λυτρωμένη ανθρωπότητα.

 

 

λάμπε ρατ

ιούνιος 2013

Advertisements

2 responses »

  1. Ο/Η andreas λέει:

    Αρκετά καλό κείμενο, που πλατιάζει όμως και δεν εμβαθύνει αρκετά σε κάποια σημεία.
    Το μεγάλο πρόβλημα όμως είναι στην τελευταία παράγραφο όπου ταυτίζει την υπεράσπιση των συγκεκριμένων πρώην εργαζομένων και την προώθηση μιας ανταγωνιστικής «στο κράτος, το κεφάλαιο και την κυρίαρχη κουλτούρα κι ιδεολογία έννοια και πρακτική του δημοσίου, του κοινού με άλλα λόγια, ενάντια στον κρατικό αυταρχισμό, ενάντια στη λάσπη που εκτοξεύεται»δημόσιας περιουσίας.
    Αυτά τα δύο είναι ,νομίζω, συγκρουόμενα και νομίζω ότι το νομίζουν κι άλλοι.

  2. Ο/Η merry baby λέει:

    Reblogged this on .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s