OLYMPUS DIGITAL CAMERAΚοιτώντας το δρόμο, αφήνοντας τις βρώμικες πλάκες να τον καθοδηγούν. Μαύρο νερό μαζεύεται στις γωνίες των δρόμων. Διάφοροι σχηματισμοί από χώμα, λάδια και απροσδιόριστα υγρά, τρέχουν από τις άκρες των πεζοδρομίων. «Ενοχλητικό είναι» σκέφτηκε, να έχει κλίση προς το δρόμο. Λες και τον σπρώχνει να περάσει από τη προστασία των πολυκατοικιών στη βροχή και τα αυτοκίνητα. Νιώθει ότι δεν εφάπτονται όπως πρέπει οι σόλες των παπουτσιών του με το δρόμο και τα πόδια σα να πλαγιάζουν προς τη μια μεριά. «Ψυχαναγκασμός» σκέφτεται και μικρές λεπτομέρειες, σημαντικές όσο η στιγμή που του περνά από το μυαλό εκείνο ή το άλλο, σχηματίζονται στο πίσω μέρος του κρανίου του. «Βαριέμαι» σκέφτεται και σηκώνει το κεφάλι σιγά. Κρύο για τέτοια εποχή, δε το περίμεναν στις πρωινές ειδήσεις. Ενοχλήθηκε που τις άκουσε να αντιλαλούν στο κλιμακοστάσιο. Ο θόρυβος έρχοταν από τον πάνω όροφο. Ο γείτονας ηλικιωμένος. Ασήμαντες μικρές ενοχλητικές λεπτομέρειες, από αυτές που τον κάνουν να αισθάνεται άσχημα. «Ηλικιωμένος είναι και δεν ακούει» σκέφτεται και θυμάται πως έχει να επισκεφτεί τους δικούς του αρκετό καιρό. Ενοχλητικές λεπτομέρειες που τον κάνουν να αισθάνεται άσχημα κάθε φορά, λες και πρέπει να δίνει λογαριασμό τι σκέφτεται ανά πάσα στιγμή. Κοντοστέκεται αφήνοντας μερικά αυτοκίνητα να περάσουν. Τον πείραζει η όψη των οδηγών. Κάποιους προλαβαίνει και τους βλέπει μέσα από τα τζάμια των αυτοκινήτων. «Καλός μαλάκας» σκέφτεται, για έναν από αυτούς. Είναι από εκείνες τις φυσιογνωμίες που δεν αντέχει καθόλου. Του δίνουν πάντα την εντύπωση πως είναι απλά, αρχίδια. «Ασήμαντοι μαλάκες, όπως όλοι» σκέφτεται και το μυαλό του πετάει σε εκείνο το ξημέρωμα Κυριακής, σε ένα άλλο σπίτι. Τώρα πλέον υπάρχει μόνο εκεί, στο γαμημένο μυαλό του, εκτός φάσης.

Περνά το δρόμο γρήγορα. «Γλιστερές πλάκες, με ευθύνη του κάθε μαλάκα» σκέφτεται. «Μαλάκες εργολάβοι, όσοι περπάτησαν και περπατούν κάθε μέρα, όλοι τους μαλάκες. Σιγά μην έχουν ιδέα τι τους περιμένει γαμώ τα λεφτά τους. Μικροαστοί». Μετρά τα βήματα, προσέχοντας να μη γλυστρίσει. Θυμάται τη πρώτη μέρα που θα πήγαινε στη δουλειά. Πως γλίστρισε και έπεσε ένα πρωινό σαν και αυτό. Το είχε θεωρήσει κάτι σαν ξεχωριστό σημάδι. Ούτε καλό, ούτε κακό. Σκέφτεται τους άλλους γύρω του. Προσέχουν μη γλιστρίσουν. Τις ζωούλες τους και τα μάτια τους. «Γιατί εσύ είσαι καλύτερος;» αναρωτιέται και περνά ακόμα μια διασταύρωση. Μερικές καλημέρες με γείτονες ακολουθούν, και ένα φιλικό νεύμα από μακριά. Είναι ωραία όταν γίνεται. «Ακόμα είναι γειτονιά» και το μυαλό του ξαναπετά, σε εκείνη τη Παρασκευή αυτή τη φορά. «Ξεκόλα μαλάκα». Αυτό είναι το μάντρα του. Αυτό ναι, δεν υπήρχει τίποτα άλλο. «Ξεκόλα μαλάκα!» ακούγεται ξαφνικά και παρατεταμένη κόρνα. Ένας γαμιόλης με αμάξι θέλει να αποδίξει πως εκείνος είναι, ο πιο βιαστικός «επαγγελματίας» στο δρόμο. «Ψόφα καριόλη». Ο τρόπος προσγείωσης ενός κακοσυντηρημένου μονοκινητήριου. Αλλά πετάει ξανά και ξανά. Πάνω από έναν ωκεανό. Αυτό θα είναι ωραίο ταξίδι. «Ο ωκεανός έχει μόνο ορίζοντες» σκέφτεται και το μυαλό του πετά σε ένα χαμόγελο. «Χαμογελάστε μαλακισμένα, υποκριθείτε». Μια πωλήτρια και ένας πελάτης. Αλισβερίσι και ματιές στο μπούστο. Ε μαλάκα άντρα;  Στρίβει το κεφάλι του ξανά μπροστά. Τώρα κάνει πιο κρύο και φτιάχνει λίγο το γιακά. Ήταν ζεστά, τις Κυριακές εκείνες. Δε γαμιέται.

Κοντοστέκεται περιμένοντας το πράσινο για τους πεζούς. Απέναντι όλο νόημα και υποσχέσεις, στέκονται οι μπάτσοι, με τις στολές, τα όπλα και τα μηχανάκια τους. Αληθινοί Ευρωπαίοι παρκαρισμένοι επάνω στο πεζοδρόμιο. «Ποιον κοροιδεύετε γαμώ τη κοινωνία μου.» Περνά το δρόμο ταυτόχρονα με ένα γέρο που κρατά μια τσάντα με γιαούρτια, τρείς κοπελίτσες φροντιστηρίου και έναν τύπο με κυριλέ τσάντα. Από αυτούς που σου λένε καλημέρα στο γραφείο και ξέρεις, έτσι απλά, πως είναι αρχίδια. Σταματά σε μια βιτρίνα. Βλέπει το είδωλο του και δε του άρεσει. Κουρασμένος. Στέκεται εκεί πολλή ώρα. Διάφορα του περνάν απ’ το μυαλό. Και κάθε τόσο εκείνο πετάει με τη σειρά του. Ταξιδεύει. Πάνω από τον ωκεανό, ορίζοντες παντού. Ξεχνιέται έτσι για πολλή ώρα. Ύστερα κοίτα γύρω του. Κάνοντας στροφή το κεφάλι του συναντά ξανά τους μπάτσους. Γυρνά προς τα μπροστά, με μια έκφραση σαν να έχει δοκιμάσει να φάει κάτι σάπιο. «Χαμογέλα μαλάκα» σκέφτεται και προχωρά.

 

risinggalaxy 17-04-2014

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s