devilΟξύς πόνος. Μαύρο στα μάτια και πίσω του πολύ φως. Βρέθηκε στο διάδρομο του οφθαλμίατρου. Φώτα οροφής σε μιά σειρά, λίγο θολά. Έσβησε το φώς που έρχοταν από το κλιμακοστάσιο. Γυρνά πίσω του και βλέπει μια σκιά να του γνέφει. «Ελα ήρθε η σειρά μας».

Μουγκό ουρλιαχτό. Τώρα τα φώτα διαπερνούν τη μαύρη κουρτίνα. Παιχνίδισμα σχημάτων και κόκκινο κοιτώντας τις πηγές του φωτός. Βρίσκεται σε μια αυλή σχολείου, απέναντι ένα λιμάνι με θολό ορίζοντα. Σε εκείνη τη γωνία έπρεπε να βρίσκονται οι βρύσες. Τις θυμάται από τα διαλείματα. Υπάρχουν μόνο οι σωλήνες. Κάτι δεν πάει καλά. Η αυλή μικραίνει σε διαστάσεις δωματίου και τώρα κοιτά εκείνον τον αντιπαθητικό τύπο από τα μπιλιαρδάδικα. Τους χωρίζει ένας πάγκος. Παίρνει τις μπάλες για αμερικάνικο από τον πάγκο. Η αντιπαθητική μάσκα τον κοιτά διερευνητικά για λίγο και του γυρίζει τη πλάτη. Το δωμάτιο μεγαλώνει και γίνεται σάλα. Κάτι δεν πάει καλά με τις διαστάσεις. Νιώθει να έρχονται πίσω από τη πλάτη του οι άλλοι. Ο Γιώργος κάθεται σε μια γωνιά και τον κοιτά. Στήνει τις μπάλες. Περίεργο που δεν έχουν όλες το ίδιο μέγεθος. Κάποιες έχουν γωνίες. Πως να παίξει κανείς έτσι; Κάτι δεν πάει καλά. Η σάλα γεμίζει κόσμο. Ήταν από πριν εκεί και δεν πρόσεξε τίποτα; Ξανακοιτά το τραπέζι που αλλάζει συνεχώς διαστάσεις. Πώς να παίξει κανείς; Κοιτάει τη παρέα γύρω του. Ετοιμάζεται να ρίξει. Ένα γερό σπρώξιμο στο χέρι του και η κεφαλή της στέκας καταλήγει στη τσόχα. Η μάσκα πίσω από το πάγκο κοιτά προς το μέρος του. Γυρνά και βλέπει το Γιώργο να τον κοιτά στα μάτια.

-«Γιατί το έκανες; Γιατί με έσπρωξες;»

H παρέα τώρα κοιτάει όλη το Γιώργο που απομακρύνεται. Εξαφανίζεται προς ένα παράθυρο με καφετιές κουρτίνες. Πηγαίνει προς τα εκεί και ο Γιώργος έχει εξαφανιστεί. Μεγάλες σκάλες στην έξοδο κάποιου  πολυσύχναστου κτηρίου. Το λιμάνι με το θολό γκρίζο ορίζοντα στα δεξιά. Βροχή και κίνηση.

«Ξέρεις γιατί το έκανε; Γιατί σε έσπρωξε; Σήμερα ήρθαν να πάρουν πάλι τους δικούς του για τα σκουπίδια. Έπρεπε να πάνε πάλι. Δεν είχαν άλλη επιλογή. Χρωστάγανε.»

Κοιτάει τη παρέα που κατεβαίνουν τα σκαλιά και εξαφανίζονται ένας-ένας. Τι συμβαίνει εδώ πέρα; Η μορφή του Γιώργου τον κοιτά μέσα από ένα άλλο επίπεδο διάφανο. Κάτι δεν πάει καλά. Αλλάζουν όλα τόσο γρήγορα. Ο φίλος χάνεται. Το λιμάνι μικραίνει σε διαστάσεις γρήγορα. Τέσσερεις διάδρομοι συναντιούνται σε μια τετράγωνη σάλα. Χρώματα χώρου αναμονής. Σειρές από θολά φώτα οροφής. Ολομόναχος στο κτήριο. Τα φώτα σβήνουν σιγά-σιγά. Δεν μπορεί να θυμηθεί πως βγαίνει έξω.

-«Ρε καριόλη θα σε γαμήσουμε ρε! θα σε γαμήσουμε! Έχεις τελειώσει! Τέλος είπαμε ρε!Τέλος! Τέλος! Ρε μαλακισμένο τελείωσες! Τελείωσες!..»

-«Θα σε ξεκάνουμε ρε μαλακισμένο. Θα σε ξεκωλιάσουμε! Τον πάκη από δίπλα τον είδες! Πες ρε δεν τον είδες ;  Tον είδες ρε καργιόλη! Έτσι θα σε κάνουμε και εσένα ρε!»

Ο θάλαμος όπως τον θυμόταν. Σιγά-σιγά μπαίνουν άγνωστα πρόσωπα πίσω του. Σαν να μπαίνουν στη σκηνή σε θεατρική παράσταση. Πάνε και διαλέγουν τα κρεββάτια τους. Κοιτάει γύρω και ψάχνει με μανία τους φοριαμούς. Δε βρίσκει πουθενά φόρμα γι’ αυτόν. Κάτι δε πάει καλά. Προσπαθεί να δέσει τις αρβύλες και δε μπορεί πιο γρήγορα, πρέπει να βιαστούν όλοι τώρα. Το δωμάτιο εξαφανίζεται και είναι στο προαύλιο στη γραμμή ντυμένος.

-«Σας παρακαλώ καταλάβετε με. Έχω απολυθεί εδώ και χρόνια. Τώρα αν υπηρετήσω θα είναι για δεύτερη φορά. Δεκαοχτώ μήνες έκανα. Δε γίνεται να με κρατήσετε εδώ..!»

Τον κοιτάνε όλοι και δε δίνουν σημασία. Ξαναξημερώνει. Μπαίνει ξανά στο θάλαμο. Από πίσω του ανεβαίνουν στη σκηνή οι υπόλοιποι και πάνε δίπλα στα κρεββάτια τους. Ξαναψάχνει μανιωδώς τους φοριαμούς και δε βρίσκει τη φόρμα του. Τα άρβυλα δε δένονται ο θάλαμος εξαφανίζεται και το προαύλιο είναι μεγαλύτερο από ποτέ.

-«Σας ικετεύω ακούστε με. Έχω υπηρετήσει ήδη. Δε ξέρω πως βρέθηκα εδώ. Κάτι δε πάει καλά..!»

-«Τα πάκια και οι γύφτοι δεν άντεξαν μαλάκααα! Και εσένα θα γαμήσουμε ρε! Καταλαβαίνεις;!»

-«Έχω κάτσει ήδη δεκαοχτώ μήνες, αν θέλετε δείτε και τα χαρτιά μου. Είναι όλα εντάξει. Ο Γιώργος είχε μόνο ένα θέμα με τους δικούς του και έπρεπε να τους πάρουν για τα σκουπίδια! Έπρεπε να πάνε γιατί χρωστούσαν! Η Πρόνοια δεν τους άφησε περιθώρια. Καμιά μπάλα δεν είναι στο σωστό μέγεθος! Σε παρακαλώ άνοιξε το παράθυρο και δες που πήγε! Εδώ είμαστε εμείς, πες του θα πάνε όλα καλά, θα τους ξαναφέρουν πίσω!… Άναψε τα φώτα, δε θυμάμαι πως βγαίνω, αλήθεια. Ήρθε η σειρά μας. Το ξέρω.»

-«Ρε αρχίδι τέλος ρε! Τέλος είπαμε! Τέ-λος! Τελείωσες!»

Βρίσκεται στη προβλήτα που οδηγεί στο θολό ορίζοντα. Κανένα λιμάνι. Αριστερά και δεξιά θάλασσα και πίσω του ο τόπος με τα σύννεφα. Η προβλήτα είναι μικρή σε πλάτος, χωράνε δε χωράνε τρεις άνθρωποι κολλητά. Μια σειρά με στήλες από τα αριστερά, μια από τα δεξιά. Μέχρι το τέλος της προβλήτας. Δε ξέρει που να πάει. Ο ορίζοντας του γνέφει και εκείνος γυρνά απότομα προς τα πίσω.

Στοπ καρέ σε όλα. Μια φωτογραφία γεμίζει το πεδίο. Μια μορφή με μακριά μαλλιά και ένα κοντό φόρεμα, σε μια παραλία βαδίζει ξυπόλυτη προς τη θάλασσα. Αριστερά και δεξιά ξαπλώστρες, ακριβώς στα όρια που είχε νετάρει ο φακός. Μια φωτογραφία που δε τράβηξε ο ίδιος.

Ρωτά προς τον πετρωμένο χρόνο:

-«Αν πάθω κάτι θα με θυμάσαι;»

One response »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s